Η Μεγαλομάρτυς Αγία Μαρίνα έζησε στα φοβερά χρόνια των μεγάλων διωγμών εναντίον των χριστιανών στην εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού ή του Αυριλίου Κλαυδίου. Γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Πισιδίας από γονείς επίσημους και ξακουστούς. Ο πατέρας της λεγόταν Αιδέσιος και ήταν ιερέας των ειδώλων. Δεν είχε άλλο παιδί, γιατί λίγο μετά τη γέννηση της Μαρίνας η …
Η Μεγαλομάρτυς Αγία Μαρίνα έζησε στα φοβερά χρόνια των μεγάλων διωγμών εναντίον των χριστιανών στην εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού ή του Αυριλίου Κλαυδίου. Γεννήθηκε στην Αντιόχεια της Πισιδίας από γονείς επίσημους και ξακουστούς. Ο πατέρας της λεγόταν Αιδέσιος και ήταν ιερέας των ειδώλων. Δεν είχε άλλο παιδί, γιατί λίγο μετά τη γέννηση της Μαρίνας η μητέρα της πέθανε. Αναγκάστηκε τότε ο πατέρας να δώσει τη μικρή κόρη σε μια γυναίκα, για να την θηλάζει και να την περιποιείται. Αυτή ζούσε σε μια εξοχική συνοικία της πόλεως. Σαν μεγάλωσε λίγο η Μαρίνα, στα 12 χρόνια της, συναναστράφηκε άλλους ανθρώπους στη γειτονιά της, που κατά θεία οικονομία ήσαν χριστιανοί και άρχισε να μαθαίνει την πίστη στον Χριστό και τη διδασκαλία`του. Η Μαρίνα είχε καλή ψυχή και ένιωθε μεγάλη χαρά και συγκίνηση σαν άκουε για το Χριστό πως είναι Θεός αληθινός, που ήλθε για να σώσει τον κόσμο από το σατανά και από την αμαρτία, πως υπάρχει ψυχή αθάνατη και αιώνια ζωή. Μέσα στα βάθη της μικρής κόρης ερρίζωσε ο σπόρος της πίστεως, που δεν θα αργούσε να ωριμάσει τους γλυκούς καρπόυς της αρετής και του μαρτυρίου. Όσο μεγάλωνε η Μαρίνα τόσο εφούντωνε μέσα της η φλόγα του ενθουσιασμού και της αγάπης στον σωτήρα Χριστόν. Δεν άργησε η φλόγα αυτή να γίνει πυρκαϊά μέσα της με την προσυχή και την λαχτάρα να την αξιώσει ο Χριστός να μαρτυρήσει για την πίστη. Εμάθαινε τα μαρτύρια των χριστιανών και εζήλευε. Από τότε που εβαπτίστηκε, επλημμύρισε η αγνή ψυχή της από τον ιερό πόθο να αφοσιωθεί στην αγάπη του Χριστού και να ολοκαυτωθεί για το όνομά του. Γιαυτό και δεν μπορούσε να κρατά μόνο για τον εαυτό της αυτό που ένιωθε για το Χριστόν. Άρχισε να ομιλεί σε όλους και να κηρρύτει την πίστη της. Μ ιλούσε με περιφρόνηση για τα είδωλα και είχε μια θευμαστή παρρησία και ακατάβλητο θάρρος. Δεν εδίστασε να ομολογήσει την πίστη της και στον ειδωλολάτρη πατέρα της, που τότε, γεμάτος οργή και αγανάκτηση, δεν ήθελε ούτε να την βλέπει ούτε να την ακούει. Η Μαρίνα όμως έμεινε ακλόνητη στην πίστη της και αφοσιωμένη στην αγάπη του Χριστού, έτοιμη να αντιμετωπίσει τα πάντα. Έβλεπε τα μαρτύρια των χριστιανών και λαχταρούσε να βρεθεί και εκείνη στη θέση των, για να ομολογήσει τον Χριστόν και να θυσιαστεί για την πίστη. Η Μαρίνα ήταν τώρα δεκαπέντε χρονών και δεν άργησε η στιγμή που θα έδιδε τη μεγάλη μάχη. Ένας διοικητής Ρωμαίος, ο Έπαρχος Ολύβριος, σκληρός και βάρβαρος και φοβερός διώκτης των χριστιανών περιοδεύοντας στην Ανατολή πέρασε από την Αντιόχεια, έμαθε για την Μαρίνα και εζήτησε να την δει. Μόλις αντίκρυσε την ομορφιά της εζεστάθηκε, την συμπάθησε και σκέφτηκε να την πάρει γυναίκα του. Διέταξε να την φέρουν στο δικαστήριο. Η Μαρίνα με θάρρος και εμπιστοσύνη στη θεία βοήθεια, προχώρησε κάνοντας θερμή προσευχή και αποφασισμένη να ομολογήσει την πίστη της στο Χριστό και να μαρτυρήσει. Ο Ολύβριος την ρώτησε από πού κατάγεται και ποιο είναι το όνομά της. Η Μαρίνα απάντησε: «Είμαι από την Αντιόχεια και ονομάζομαι Μαρίνα. Είμαι δούλη του Ιησού Χριστού, που είναι ο αληθινός Θεός και δημιουργός του κόσμου». Όλοι όσοι ήσαν γύρω και άκουγαν την ομολογία της Μαρίνας εθαύμασαν για το θάρρος της αλλά λυπήθηκαν γιατί ήξεραν τι θα επακολουθήσει. Δεν συνεχλιστηκε η δίκη. Την έβαλαν στη φυλακή, ως την άλλη μέρα που ήταν εορτή και θα μαζε΄θονταν όλος ο κόσμος στη θυσία. Σαν εξημέρωσε έφεραν πάλι την Μαρίνα μπροστά στον Έπαρχο και άρχισαν τις θυσίες στα είδωλα. Εφαντάστηκαν πως θα επηρεαστεί η Μαρίνα , καθώς θα έβλεπε όλον τον κόσμο να θυσιάζει και θα υποχωρούσε να κάμει κι αυτή το ίδιο. Ο Ολύβριος άρχισε στην αρχή να την κολακεύει για την ομορφιά και τα νιάτα της και πως είναι ανοησία να πιστεύει στον Χριστόν, γιατί θα έχει να υποστεί βασανιστήρια και μαρτυρικό θάνατο. Εκείνη όμως μένει ακλόνητη στην πίστη. « Μάθε ΄Αρχοντα, πως δεν είναι τίποτε στον κόσμο ικανό να με χωρίσει από την αγάπη του Χριστού. Δεν με συγκινούν τα πλούτη, οι τιμές και οι δόξες, τα χρυσάφια και οι απολαύσεις, γιατί όλα είναι προσωρινά και μάταια. Δεν με φοβίζει η πείνα, ο διωγμός, η φυλακή, τα βασανιστήρια ούτε αυτός ο θάνατος. Είμαι έτοιμη να παραδώσω το σώμα μου στο μαρτύριο και την ψυχή μου στον νυμφίο μου Χριστόν, τον αναμάρτητο λυτρωτή και σωτήρα, που πρώτος εσταυρώθηκε από αγάπη σε μας και για τη σωτηρία μας». « Μαρίνα της λέγει ο τύραννος, προσκύνησε τους θεούς μας, θυσίασε για να γλυτώσεις. Λυπήσου τα νιάτα σου, την ωραιότητά σου, την ζωή σου. Εγώ θα σε πάρω γυναίκα μου και θα σε κάνω ευτυχισμένη, με όλες τις δόξες , τα μεγαλεία και τα πλούτη». Μάταια όμως προσπαθούσε να την πείσει και σαν είδε πως η Μαρίνα δεν αλλάζει γνώμη, γεμάτος οργή, διέταξε να την γυμνώσουν και να την δείρουν αλύπητα. Το αίμα από τα νεανικά της μέλη άρχισε να τρέχει και να βαφει την γη. Η αγία υπέμενε με καρτερικά. Έκανε προσευχή και ύψωνε τα μάτια της στον ουρανό. Με κάποια ελπίδα πως ίσως θα αλλάξει και θα υποκύψει η αγία, την έστειλε και πάλιν ο τύραννος στη φυλακή. Η καρτερία της ήταν αξιοθάμαυστη μέσα στους πόνους και στα αίματα. Από τα ροζιασμένα ραβδιά που την κτυπούσαν ήταν καταπληγωμένο το σώμα της. Σε λίγο την έφεραν στο δικαστήριο. Τώρα τα βασανιστήρια είναι σκληρότερα. Την κρέμασαν και κατέσχισαν τις πλευρές της με σιδερένια νύχια και μισοπεθαμένη την ξανάριξαν στην φυλακή. Εκεί προσεύχεται η αγία και παρακαλεί τον Κύριον να της χαρίσει υπομονή, ως το τέλος. Τότε στη φυλακή έγινε κάτι θαυμαστό και διδακτικό. Ο αντίδικος διάβολος, που έβλεπε την υπομονή και την αντοχή της Αγίας ηθέλησε και φανερά να την φοβίσει και να την αναγκάσει να αρνηθεί τον Χριστόν. Παρουσιάστηκε σαν φοβερό μαύρο θηρίο, έτοιμο να την κατασπαράξει. Έβγαζε φωτιές από το στόμα και δυνατές φωνές. Εκείνη με θερμή προσευχή ζητούσε από τον Κύριον να την προστατέψει. Έκαμε το σημείον του σταυρού και φάνηκε πως το θηρίο χωρίστηκε στα δύο. Ο σατανάς άλλαξε μορφή και έγινε σαν άνθρωπος και σαν σκύλος με ουρά και κέρατα. Δεν δίστασε η αγία, τον άρπαξε από τα κέρατα και με ένα σφυρί που βρέθηκε κοντά της τον κτύπησε δυνατά στην κεφαλή. Με την πίστη και την προσευχή της τον ενίκησε και εξαφανίστηκε ντροπιασμένος. Αμέσως φάνηκε μέσα στη φυλακή ένας φωτεινός σταυρός που έκαμε να λάμπει το δεσμωτήριο. Και επάνω στο σταυρό παρουσιάστηκε ένα λευκό περιστέρι και μια φωνή γλυκιά ακούστηκε: « Χαίρε δούλη πιστή του Κυρίου σου. Χαίρε, γιατί έφτασε η στιγμή να πάρεις το στεφάνι της αιώνιας δόξας». Μια θεϊκή δροσιά ανακούφισε τους πόνους και εγιάτρεψε τις πληγές. Η Αγία εχάρηκε και εδόξασε τον Κύριο. Το πρωί και πάλι η Αγία μπροστά στον Έπαρχο. Εκείμε περισσότερο θάρρο; Ομολόγησε την πίστη της.από τα πλήθη παρακολουθούσαν, που ήσαν γύρω και πολλοί συγκινήθηκαν και επίστεψαν στον Χριστόν και εφώναζαν ότι είναι έτοιμοι και αυτοί να μαρτυρήσουν για τον Χριστόν. Ο Έπαρχος με οργή και αγανάκτηση έδωσε διαταγή να εκτελέσουν όλους όσοι επίστεψαν στον Χριστόν. Αυτό και έγινε. Τώρα ήλθε η σειρά της Αγίας Μαρίνα. Εκείνη εζήτησε από τον δήμιο λίγες στιγμές για να προσευχηθεί και καθώς το ξίφος εχώριζε την κεφαλή από το σώμα της η πάναγνη ψυχή της ανέβηκε να ενωθεί με τον νυμφίο της Χριστό, που τόσο αγάπησε και με τόση πίστη υπέμεινε τα βασανιστήρια και το μαρτυρικό τέλος. Οι χριστιανοί επήραν το Άγιο Λείψανο και το έθαψαν με προσευχές και παρακλήσεις στην Αγία, να μεσιτεύει στον Κύριον, για την Εκκλησία του και για τη σωτηρία ψυχών. Η Αγία Μαρίνα θεωρείται πάντα προστάτις των παιδιών και μάλιστα των αρρώστων, στα οποία κάνει πολλά θαύματα. Ξεχωριστά όμως μεγάλη είναι η δύναμη και η χάρη της Αγίας στις περιπτώσεις των δαιμονισμένων, γιατί ενίκησε τον σαταν’α και την φοβούνται και τρέμουν τα πονηρά πνεύματα και φεύγουν.


